Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία με 59 Νεκρά Παιδιά

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΔΙΕΘΝΗ, ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ, ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΗMEΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ:

Η κατάσταση στα αμερικάνικα ορυχεία στις αρχές του 20 αιώνα ήταν σχεδόν μεσαιωνική: από το 1910 μέχρι το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Και τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια.

Τα ορυχεία είχαν ήδη μακριά ιστορία απεργιών: το 1894 –μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση του παναμερικανικού συνδικάτου εργατών ορυχείων- είχε γίνει απεργία στο Κριπλ Κρηκ του Κολοράντο, το 1896 στο Λέντβιλλ, το 1899 στο Κερνταλέν του Άινταχο, το 1902, η λεγόμενη απεργία του ανθρακίτη στην Πενσυλβάνια είχε διαρκέσει 164 μέρες. Το 1903 είχε σημειωθεί κύμα απεργιών σ’ όλα τα ορυχεία το Κολοράντο, το 1907 είχε γίνει η απεργία των ανθρακωρύχων στη Νεβάντα, ενώ την ίδια χρονιά είχε συμβεί η μεγαλύτερη εργατική τραγωδία των ΗΠΑ στα ορυχεία του Μόνονγκα της Δυτικής Βιρτζίνια (361 νεκροί). Το 1913 και το 1914 αντίστοιχα σημειώνονται άλλες 2 μαζικές σφαγές: Μίσιγκαν και Λάντλοου

Βρισκόμαστε στο Μίτσιγκαν των Η.Π.Α το 1913. Η Μεταλλευτική Εταιρεία Κάλουμετ και Χέκλα, ανακοινώνει πανηγυρικά, μέρισμα 400 δολαρίων στους μετόχους της. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους πάνω από 7.000 ανθρακωρύχοι, με μεροκάματο περίπου ένα δολάριο την ημέρα, ξεκινούν έναν επίπονο και σκληρό απεργιακό αγώνα που θα κρατήσει σχεδόν εννέα μήνες και θα αποτελέσει μία από τις συγκλονιστικότερες κινητοποιήσεις στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.

Στα αιτήματα των απεργών περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι αυξήσεις μισθών, το τέλος της παιδικής εργασίας, η ασφάλεια στους χώρους εργασίας, διεκδικούσαν επίσης να μπει ένας τέλος σε μεθόδους εξόρυξης όπου η διαχείριση μεγάλων μηχανημάτων βασιζόταν σε ένα μόνο άτομο κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα συχνούς τραυματισμούς και απώλειες ζωών

Οι έξι μήνες χωρίς δουλειά άφησαν πολλές οικογένειες ανθρακωρύχων με ελάχιστο φαγητό και χωρίς καθόλου χρήματα ενόψει των χριστουγεννιάτικων εορτών που πλησίαζαν. Για να μην στερηθούν οι απεργοί την ξεκούραση και τα χαμόγελα των εορτών η ομοσπονδία τους προγραμμάτισε ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ για τα παιδιά. Ήταν τόσο σημαντική αυτή η κίνηση που εκείνη την ημέρα μαζεύτηκαν 500 παιδιά και 200 ενήλικες. Βρισκόμαστε  παραμονή Χριστουγέννων του 1913.

Το πάρτυ έγινε στον δεύτερο όροφο του Ιταλικού ξενώνα της πόλης που για είσοδο και έξοδο είχε μια απότομη και στενή σκάλα. Το σκοτάδι έπεφτε και οι άνθρωποι άρχισαν να αποχωρούν για τα σπίτια τους ενώ κάποια από τα παιδιά που είχαν κληρωθεί για να παραλάβουν δώρα συγκεντρώθηκαν γύρω από τη σκηνή. Για πολλά από αυτά, αυτό θα ήταν το μοναδικό δώρο που περίμεναν για τις γιορτές.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ένας άνδρας με το σήμα της «συμμαχίας πολιτών» (Citizens Alliance), μια αντιδραστική ομάδα κατά της απεργίας που είχε δημιουργηθεί από τους εργοδότες, άνοιξε την πόρτα στο κάτω μέρος της σκάλας και φώναξε: «φωτιά!».

Επικράτησε χάος. Καθώς όλοι κατευθύνονταν προς την σκάλα για να βγουν από το χώρο, ενώ λίγο παρακάτω διαπίστωσαν πως η πόρτα ήταν μπλοκαρισμένη από την εξωτερική πλευρά. Παιδιά και ενήλικες καταπατήθηκαν και ο αριθμός των θανάτων από την ασφυξία μεγάλωνε, την ίδια στιγμή που όλοι έτρεχαν να σωθούν από μια φωτιά που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.

Συνολικά, 73 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, μεταξύ των οποίων 59 παιδιά. Ο πιο μικρός ήταν 2,5 ετών ενώ ο μεγαλύτερος 66 χρονών. Μερικές οικογένειες έχασαν όλα τους τα παιδιά.

Το τι έγινε, μας το περιγράφει η κομμουνίστρια ακτιβίστρια και συνδικαλίστρια Έλα Ριβ Μπλουρ («μάνα» Μπλουρ), που βρισκόταν εκεί, στο βιβλίο της «Είμαστε πολλοί»:

Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά θα μαζευτούν στην αίθουσα που η Άννι είχε στολίσει το δέντρο. Αφού τραγουδήσαμε όλοι μαζί, μοιράστηκαν τα δώρα και μια δεκατριάχρονη με μακριές κοτσίδες, φινλανδικής καταγωγής, κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει. Η πόρτα άνοιξε και κάποιος άρχισε να φωνάζει «Φωτιά, φωτιά».  Δεν υπήρχε πυρκαγιά, δεν υπήρχε καμιά φωτιά. Τα παιδιά όμως, πανικόβλητα και σε εντελώς αλλόφρονη κατάσταση, άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο προκειμένου να σωθούν, παρά το γεγονός ότι η Άννι προσπαθούσε συνέχεια να τα καθησυχάσει, φωνάζοντας, «ηρεμήστε παιδιά, δεν υπάρχει φωτιά».  Όσοι είμαστε γύρω από την εξέδρα, δεν μπορούσαμε να δούμε πόσα παιδιά έλειπαν, η αίθουσα ήταν ακόμα γεμάτη. Η μικρή συνέχιζε να παίζει πιάνο… Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και η πίσω πόρτα της αίθουσας άνοιξε. Ένας άντρας μπήκε, κρατώντας στην αγκαλιά του ένα άψυχο παιδικό κορμάκι. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας άλλος κι ένας άλλος … Τα νεκρά παιδάκια αφήνονταν στην εξέδρα, κάτω από το δέντρο. Εβδομήντα τρία παιδιά, όλα νεκρά. 

Ο άνθρωπος που φώναξε στην αίθουσα εκείνη την ημέρα δεν εντοπίστηκε ποτέ καθώς οι αρχές δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα. Πολλοί άνθρωπο έφυγαν από την περιοχή μετά το τραγικό αυτό συμβάν. Η απεργία δεν κατάφερε τους στόχους της αλλά θεωρείται ένα σημείο καμπής στην ιστορία του εργατικού κινήματος.

Το 1941, ο Woody Guthrie  ήθελε να κρατήσει στην μνήμη του κόσμου εκείνη την νύχτα και έγραψε ένα τραγούδι που ονόμασε «1913 Massacre».

 

Στίχοι

Πάμε στα 1913 μαζί

Κατά Κάλιμετ, Μίτσιγκαν, στις στοές του χαλκού.

Χριστούγεννα· μεταλλεργάτες τραγουδούν, Ιταλοί,

Καλεσμένοι θα μπούμε σε μια Σάλα γλεντιού.
και καθώς ανεβαίνουμε την πανύψηλη σκάλα,

Χορό και τραγούδι ακούμε παντού

Χαιρετάμε ανθρώπους που μπροστά μας περνούν

Τριγύρω στο δέντρο παιδιά ξεφαντώνουν γελούν.

Οι δουλειές τους πώς πάνε; πώς τα φέρνουνε πέρα;

Θα σας πούνε: Πιο κάτω από ’να δολάριο τη μέρα·

Στου χαλκού τα σκοτάδια η ζωή τους σαπίζει

Στις φαμίλιες τους φως ο χορός τους σκορπίζει.
Γέλια, τραγούδια ο αέρας μυρίζει

Η κάθε γωνιά Χριστουγέννων ελπίδα γεμίζει·

Πρώτ’ απ’ όλα είμαστε όλοι γνωστοί

Και καλά ο χορός μας στη Σάλα κρατεί.

 

Μια κοπέλα μικρή, με του δέντρου τα φώτα από πάνω,

Θα καθίσει –ακούστε– να μας παίξει στο πιάνο

Μα σ’ αυτή τη γιορτή, πώς μπορώ να πιστέψω

Πως του χαλκού οι φονιάδες κάτι «ψήνουν» απ’ έξω;

Του μπόση οι σπιούνοι σκάνε μύτη στην πόρτα

Κι ένας μπήγει κραυγή και ουρλιάζει: «Φωτιά!»

Κάποια φώναξε «Τίποτα!, μη σας νοιάζει σταλιά, 

Στη γιορτή μας γυρίστε, δεν υπάρχει φωτιά!».

Κάποιοι λίγοι βιαστήκαν να βγουν

«Οι απεργοσπάστες φονιάδες μαζί σας γελούν».

Την κόρη του κάποιος αρπάζει και πάει να σωθεί.

Μα οι κακούργοι την πόρτα κρατούν σφαλιστή.

Πάνε κι άλλοι με φούρια, καμιά εκατοστή,

Και στριμώχνονται, σωριάζοντ’ εκεί.

Οι μπράβοι γελούν μ’ αυτή τους την πλάκα,

Τα παιδάκια πατιούνται στης πόρτας το κρύο σκαλί.

Τέτοια εικόνα δεν έχεις ποτέ ξαναδεί,

Τα κορμάκια –άψυχα δώρα– στο δέντρο μπροστά

Κι οι απεργοσπάστες απ’ έξω γελούν τρανταχτά.

Εβδομήντα τρία παιδιά σκοτωμένα σ’ αυτή τη γιορτή*.

Μια κηδεία στο πιάνο, μελωδία αργή,

Την πόλη φωτίζει ένα κρύο φεγγάρι,

Οι μανάδες φωνάζουν κι οι εργάτες θρηνούν:

«Η απληστία σας, δείτε, για το χρήμα πού φτάνει!»

το κτήριο italian hall τότε

Ότι απέμεινε από το Italian Hall σήμερα

Μπορείτε να βρείτε ντοκιμαντέρ σχετικά με τα γεγονότα εδώ

Μπορείτε να δείτε το κατάλογο των θυμάτων εδώ

Με πληροφορίες από:

www.upworthy.com

libcom.org

metwpoistorias.blogspot.gr

parallhlografos.wordpress.com

 

Top